ἐφηδύνω

ἐφηδύνω,
A sweeten, give a relish to, season,

τὶν τροφήν Plu.2.668d

; οἶνον κινναμώμοις ib.693c;

τὸ ἀτερπές Ruf.

ap. Orib.7.26.118: metaph., λόγοις τὴν διατριβὴν ἐ. Plu.2.514f;

ὁ Εὐριπίδης τὸ αὐτὸ ἑτέρως -ύνας Longin.15.6

, cf. 34.2 ([voice] Pass.), Pythag. ap. Porph.Abst.3.26.
2 soothe, win over,

τινὰ πειθοῖ Ph.1.566

, cf. 2.268.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφηδύνω — ἐφηδύνω (ΑΜ) 1. κάνω κάτι γλυκό ή νόστιμο, νοστιμίζω («εἰ ὄψον ἐστὶ τὸ τὴν τροφὴν ἐφηδῡνον», Πλούτ.) 2. μτφ. ομορφαίνω, γλυκαίνω, παρέχω ευχαρίστηση («ἀνένεσιν... τὴν ψυχὴν ἐφηδύνων», Στουδ. Θεόδ.) αρχ. κατευνάζω, καταπραΰνω κάποιον («ἐφηδύνων… …   Dictionary of Greek

  • ἐφηδῦνον — ἐφηδύνω sweeten pres part act masc voc sg ἐφηδύνω sweeten pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδῦναι — ἐφηδύνω sweeten aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδύνῃ — ἐφηδύ̱νῃ , ἐφηδύνω sweeten aor subj mid 2nd sg ἐφηδύ̱νῃ , ἐφηδύνω sweeten aor subj act 3rd sg ἐφηδύ̱νῃ , ἐφηδύνω sweeten pres subj mp 2nd sg ἐφηδύ̱νῃ , ἐφηδύνω sweeten pres ind mp 2nd sg ἐφηδύ̱νῃ , ἐφηδύνω sweeten pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδύνει — ἐφηδύ̱νει , ἐφηδύνω sweeten aor subj act 3rd sg (epic) ἐφηδύ̱νει , ἐφηδύνω sweeten pres ind mp 2nd sg ἐφηδύ̱νει , ἐφηδύνω sweeten pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδύνουσι — ἐφηδύ̱νουσι , ἐφηδύνω sweeten aor subj act 3rd pl (epic) ἐφηδύ̱νουσι , ἐφηδύνω sweeten pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐφηδύ̱νουσι , ἐφηδύνω sweeten pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδυνόμενον — ἐφηδῡνόμενον , ἐφηδύνω sweeten pres part mp masc acc sg ἐφηδῡνόμενον , ἐφηδύνω sweeten pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδύνοντα — ἐφηδύ̱νοντα , ἐφηδύνω sweeten pres part act neut nom/voc/acc pl ἐφηδύ̱νοντα , ἐφηδύνω sweeten pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδυνόμενα — ἐφηδῡνόμενα , ἐφηδύνω sweeten pres part mp neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδυνόμενος — ἐφηδῡνόμενος , ἐφηδύνω sweeten pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφηδύνας — ἐφηδύ̱νᾱς , ἐφηδύνω sweeten aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.